ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

25 Απριλίου 2021

Η ΑΝΩ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ). Το Ιστορικό και Γεωγραφικό Πλαίσιο. Άρθρο της Δρ Αρχαιολογίας Γεωργίας Καραμήτρου-Μεντεσίδη: «Η Άνω Μακεδονία υπήρξε η αφετηρία και το ορμητήριο των Μακεδόνων, η αρχέγονη πατρίδα, απ' εδώ κατέβηκαν προς τον Όλυμπο και ίδρυσαν το κράτος των Αιγών και προς την κεντρική Ελλάδα (Δρυπίδα-Δωρίδα) και την Πελοπόννησο και ονομάστηκαν Δωριείς».

ΑΝΤΕΤΟΚΟΥΝΜΠΟ: «Ευτυχώς δεν έχω ελληνική κουλτούρα. Μεγάλωσα σε νιγηριανό σπίτι, όχι σε ελληνικό. Έχω γνήσια νιγηριανή κουλτούρα, όχι ελληνική. Πρόκειται για πειθαρχία, αφορά τον σεβασμό των πρεσβυτέρων, την ύπαρξη ηθών».

 

Πρώτοι οι Αντετοκούνμπο της φυλής Γιορούμπα της Νιγηρίας στις διαδηλώσεις στις ΗΠΑ. 



Επιτάφιο μνημείο Αιανής  Κοζάνης.

Μουσείο του Λούβρου

Το μεγάλο επιτάφιο μνημείο της Αιανής είναι σπουδαίο αρχαιολογικό εύρημα από την Αιανή Ελιμίας της Κοζάνης.  Είναι από λευκό μάρμαρο. Δεν φέρει καμία επιγραφή. Είναι σπασμένο και λείπουν οι δύο γωνίες επάνω αριστερά και κάτω δεξιά. Ο νεκρός απεικονίζεται κατά την αρχαία ελληνική εποχή της τέχνης καθισμένος εν μέσω της οικογένειάς του, ενθρονισμένος σε υψηλή έδρα. Μπροστά από τον νεκρό είναι η γυναίκα του, ιστάμενη όρθια, η οποία του προτείνει το χέρι για τον τελευταίο χαιρετισμό. Τρία άλλα πρόσωπα, μια γυναίκα, μια παρθένος που κρατάει κιβώτιο στο αριστερό της χέρι, και ένας νεανίας συμπληρώνουν τη σκηνή.  Η στάση του νεκρού συμβολίζει την εικόνα της αιώνιας ανάπαυσης. Είναι σύμβολο του ιερού χαρακτήρα της μετάβασης από τη ζωή στο θάνατο των ευσεβών πιστών. Ο αποχαιρετισμός που βλέπουμε περιγράφεται από τον Όμηρο αφηγούμενος τον αποχωρισμό του Οδυσσέα από την Πηνελόπη. Το Ελληνο-Μακεδονικό μνημείο της Αιανής είναι έργο όχι και πολύ έμπειρου καλλιτέχνη. Η εργασία της σμίλης στερείται ακρίβειας και στερεότητας, ενώ λείπουν οι λεπτομέρειες. Ωστόσο κρίνεται στο σύνολό του ως καλαίσθητο έργο ελληνικής τέχνης και μοναδικό και πολύτιμο τεκμήριο Μακεδονικής τέχνης. Ο ιματισμός του καθισμένου είναι αξιοσημείωτος για μια λεπτομέρεια, η οποία είναι χαρακτηριστική στις βόρειες περιοχές της Ελλάδας. Το κάλυμμα της κεφαλής είναι το εθνικό κάλυμμα των Μακεδόνων.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Φιλόλογος, τεύχος 134, σελ 580-583
 
 
 
  

Μακεδονικά  κεραμικά του 14ου αιώνα π.Χ.  της  ΑΝΩ  ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ  (περιοχής  Κοζάνης).  Δύο  αιώνες  πριν  από  τον  Τρωικό  πόλεμο !
 
 
 
Οι Σκοπιανοί και οι φίλα προσκείμενοι τους γνωρίζουν την ιστορία και διεκδικούν.
Εμείς γνωρίζουμε; Αν ναι, τότε η άλλη πλευρά επιβάλλει, αν όχι, τότε «η εσχάτη πλάνη εί­ναι χείρων της πρώτης».
Πάντως η Άνω Μακεδονία ήταν η ΒΔ Μακεδονία (σημερινή Δυτική και μέρος της εκτός Ελλη­νικών συνόρων), όρος που χρησιμοποιείται από τον Ηρόδοτο ως και τον Κωνσταντίνο Πορφυ­ρογέννητο και ως σήμερα στην εκκλησιαστική ορολογία. Η ονομασία προήλθε για να διαχωρί­σει ως άνω, την ορεινή και υψηλή (σε υψόμετρο) Μακεδονία σε αντίθεση με την κάτω-πεδινή και παραθαλάσσια.
      Η  Άνω Μακεδονία υπήρξε η αφετηρία και το ορμητήριο των Μακεδόνων, η αρχέγονη πατρίδα, απ' εδώ κατέβηκαν προς τον Όλυμπο και ίδρυσαν το κράτος των Αιγών και προς την κεντρική Ελλά­δα (Δρυπίδα-Δωρίδα) και την Πελοπόννησο και ονομάστηκαν Δωριείς.

ΔΕΝ είναι γεωγραφικός όρος, είναι ιστορικός.
Δεν σημαίνει άνω και κάτω πάτωμα. Συνε­πώς, κάτι παραπάνω γνωρίζουν και προσδοκούν οι Σκοπιανοί και ο Νίμιτς που το προτείνουν.
        
Η σημερινή Δυτική Μακεδονία, χώρα που  ορίζεται από μικρούς και μεγάλους ορεινούς όγκους και διατρέχεται από τον ποταμό Αλιάκμονα, ανήκει στην Άνω -ορεινή- Μακεδονία των αρχαίων, η οποία εκτεινόταν πέρα από τα σημερινά ελληνικά σύνορα και περιελάμβανε τον ποταμό Εριγώνα, τις λίμνες Αχρίδα και Πρέσπες και τις περιοχές μέχρι τα όρη Dautika, Babuna, Dren στα βόρεια. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. υπήρξε σταθμός της πορείας του "πολυπλάνητου" έθνους των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, στα οποία ανήκαν οι Μακεδόνες και οι Δωριείς (Ηρόδοτος 1.56, 8.137-139, Θουκυδίδης 2.99). Ένας κλάδος τους, οι Αργεάδες Μακεδόνες, στους οποίους βασίλευαν οι Τημενίδες, απόγονοι του Τημένου γιου του Ηρακλή, μετά από διαδοχικές μετακινήσεις εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Ολύμπου. Στις αρχές του 7ου π.Χ. αι., με πρώτο γνωστό βασιλιά τον Περδίκκα, ίδρυσαν το κράτος των Αιγών. Από τις Αιγές, που σύμφωνα με μεταγενέστερη παράδοση ιδρύθηκαν από τον Αργείο Κάρανο τον 8ο π.Χ. αι., και αργότερα την Πέλλα, γύρω στο 400 π.Χ., συνέχισαν την επεκτατική τους δράση για πολλούς αιώνες.
 
Η Άνω Μακεδονία μνημονεύεται για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο και συγκεκριμένα σε δύο χωρία. Στο πρώτο (7.173.4) περιγράφει την εισβολή των στρατευμάτων του Ξέρξη στη Θεσσαλία: "ώς έπύθοντο καί άλλην έοΰσαν έσβολήν ές Θεσσαλούς κατά τήν 'Άνω Μακεδονίην διά Περραιβών κατά Γόννον πόλιν, τή περ δή καί έσέβαλε ή στρατιή ή Ξέρξεω". Στο δεύτερο (8.137-139) αφηγείται την περιπέτεια του ιδρυτή του βασιλείου των Αιγών και απογόνου του Ηρακλή, Περδίκκα, ο οποίος, μαζί με τους αδερφούς του Γαυάνη και Αέροπο, "έξ 'Άργεος έ'φυγον ές Ιλλυριούς (...) έκ δέ Ιλλυριών ύπερβαλόντες ές τήνΆνω Μακεδονίην άπίκοντο ές Λεβαίην πόλιν". 
 
Σαφέστερο διαχωρισμό μεταξύ άνω και κάτω Μακεδονίας συναντάμε στον Θουκυδίδη κατά την εξιστόρηση των συγκρούσεων των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων στον βορειοελλαδικό χώρο, στη διάρκεια του λεγόμενου Πελοποννησιακού Πολέμου (2.99.1): "ξυνηθροίζοντο ούν έν τη Δοβήρω καί παρε-σκευάζοντο, όπως κατά κορυφήν έσβαλοΰσιν ές τήν Κάτω Μακεδονίαν, ής ό Περδίκκας ήρχεν. των γάρ Μακεδόνων είσί καί Λυγκησταί καί Έλιμιώται καί άλλα έθνη έπάνωθεν, ά ξύμμαχα μέν έστι τούτοις καί ύπήκοα, βασιλείας δ' έ'χει καθ' αυτά. τήν δέ παρά θάλασσαν νΰν Μακεδονίαν Αλέξανδρος ό Περδίκκου πατήρ και οί πρόγονοι αύτοϋ, Τημενίδαι τό άρχαΐον όντες έξ 'Άργους...". 
Και στα επόμενα δύο χωρία (1.59 και 2.100) ο διαχωρισμός είναι εξίσου σαφής: "καί καταστάντες <οί Άθηναΐοι> έπολέμουν μετά Φιλίππου και των Δέρδου αδελφών άνωθεν στρατιά εσεβληκότων", "Οι δε Μακεδόνες πεζώ μεν ουδέ διενοοϋντο άμυνασθαι ίππους δέ προσμεταπεμψάμενοι άπό των άνω συμμάχων... ολίγοι πρός πολλούς έσέβαλον ες τό στράτευμα των Θρακών".
 
Ο Στράβων (7, C326) κατονομάζει τέσσερις περιοχές που ανήκαν στην Άνω Μακεδονία, στην οποία, οι Ρωμαίοι διατήρησαν καθεστώς "ελευθερίας" και αυτονομίας: "καί δή καί τά περί Λύγκον καί Πελαγονίαν και Όρεστιάδα καί Έλίμειαν την 'Άνω Μακεδονίαν έκάλουν, οι δέ ύστερον καί έλευθέραν". Ο ίδιος (7, απόσπ.12), αναφερόμενος σε ποταμούς ως φυσικά γεωγραφικά όρια μεταξύ Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας, τη συνδέει με τον Αλιάκμονα: «ότι Πηνειός ορίζει την Κάτω καί πρός τη θαλάττη Μακεδονίαν άπό Θετταλίας καί Μαγνησίας, Άλιάκμων δέ την 'Άνω Μακεδονίαν».

Ο Λίβιος (45.29.9 και 45.30.6) αναφερόμενος στη διαίρεση της Μακεδονίας σε τέσσερις "μερίδες" μετά την ήττα του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ. από τους Ρωμαίους υπό τον Αιμίλιο Παύλο, ορίζει ως τέταρτη μερίδα την Άνω Μακεδο¬νία "trans montem Boram", με έδρα την Πελαγονία και σύνορα την Ιλλυρία και την Ήπειρο. Αναφέρει σ' αυτήν, ως κατοίκους, τους Εορδούς, Λυγκηστές, Πελαγόνες και προσθέτει, ως περιοχές, την Ατιντανία, την Τυμφαία και την Ελιμιώτιδα. Από τη σύγχρονη ιστορική έρευνα εντάσσονται σ' αυτήν η Ελιμιώτις με την Τυμφαία, η Λυγκηστίς, η Ορεστίς, η Πελαγονία με τη Δερρίοπο, η Εορδαία, η Ατιντανία και η Δασσαρήτις. Ομοφωνία μελετητών υπάρχει για τις περισσότερες περιοχές, ενώ οι ανένταχτες περιοχές στα δυτικά-βορειοδυτικά, κυρίως, της Άνω Μακεδονίας και γύρω από την Αχρίδα μπορούν να συμπεριληφθούν στα "άλλα έθνη πάνωθεν" του Θουκυδίδη (2.99), αν ήταν μακεδόνικες και όχι ηπειρωτικές. Οπωσδήποτε, τμήμα της θεωρούμενης Δασσαρήτιδας, όπως και της Ατιντανίας, ανήκε στην Ήπειρο, ενώ η περιοχή γύρω από τη Λυχνίτιδα-Αχρίδα μπορεί να ενταχθεί στην Άνω Μακεδονία. 
Για τα νέα αυτά όρια της Άνω Μακεδονίας, τα οποία αποτυπώθηκαν πάνω σε χάρτη της Γ.Υ.Σ. (Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού), στηρίχθηκα αφενός στην ιστορική έρευνα, παλαιότερη και νεότερη, και αφετέρου στα πορίσματα της νεότερης αρχαιολογικής-ανασκαφικής έρευνας, η οποία έδωσε νέα διάσταση στην πολιτισμική φυσιογνωμία της Μακεδονίας.
 
Είναι γνωστό, λοιπόν, ότι η Άνω Μακεδονία αποτέλεσε την αφετηρία, το ορμητήριο των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, τα οποία στο βόρειο χώρο ονομάστηκαν μακεδόνικα και στο νότιο δωρικά, κατά τον Ηρόδοτο. Σύμφωνα με τον Ησίοδο (8ος αι. π.Χ.) ο Μακεδών ήταν αδελφός του Μάγνητα, γιοί και οι δυο του Δία και της Θυίας, κόρης του Δευκαλίωνα και αδελφής του Έλληνα. Κατά τον Ελλάνικο, συγγραφέα του 5ου π.Χ. αι., ο Μακεδών ήταν γιος του Αιόλου και εγγονός του Έλληνα. Η σημασία των αρχαίων αυτών πηγών, που δεν εξαντλούνται στις παραπάνω, έγκειται στο ότι μας δείχνουν με ποιον τρόπο οι νότιοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν, ήδη από τα ομηρικά χρόνια, την ενότητα του ελληνικού έθνους, στο οποίο ανήκαν και οι Μακεδόνες -ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι οι θεοί κατοικούσαν στον Όλυμπο.
 
Η Άνω Μακεδονία με τα βασίλεια της Ελίμειας, Ορεστίδας, Εορδαίας, Λυγκηστίδας και Πελαγονίας, δεν είχε αποδυναμωθεί και απομονωθεί πολιτισμικά και κοινωνικά, όπως δυστυχώς αρχικά, από έλλειψη αρχαιολογικών-ιστορικών δεδομένων, είχε γραφεί.  
Αυτό αποδεικνύεται από την υψηλή χρονολόγηση, τον πλούτο, την ποιότητα και το χαρακτήρα των αρχαιολογικών ευρημάτων, μετά τη συστηματική έρευνα στην Αιανή και αλλού, που επέβαλε την επανεξέταση, κάτω από νέο πρίσμα, παλαιότερων αρχαιολογικών ευρημάτων.
 
 
Η αποκάλυψη στην Αιανή οικοδομημάτων και μνημειακών τάφων με ανάλογα κινητά ευρήματα, που δηλώνουν αυτόματα ενιαίο ελληνικό πολιτισμό και χρονολογούνται στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια, οδηγεί αναγκαστικά στη διαπίστωση ότι υπήρχαν οργανωμένες πόλεις με λαμπρή αρχιτεκτονική πολύ πριν από την ενοποίηση όλης της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β' (359-336 π.Χ.), στον οποίο οι ιστορικοί απέδιδαν την ίδρυση των πρώτων πόλεων- αστικών κέντρων στην Άνω Μακεδονία. Παράλληλα, η αποκάλυψη αρχαϊκών και κλασικών επιγραφών, από τις πρωιμότερες του μακεδόνικου χώρου, αποτελούν απτά τεκμήρια της εθνικής ταυτότητας των Μακεδόνων. Κατά τρόπο λογικό και αναγκαίο συμπεραίνουμε ότι, παράλληλα με τους Αργεάδες Μακεδόνες της Κάτω Μακεδονίας, τα "έπάνωθεν", κατά το Θουκυδίδη, ελληνικά βασίλεια της Άνω Μακεδονίας, χαρακτηρίζει τον 6ο και 5ο π.Χ. αι. υψηλό βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο.

Οι σύγχρονοι νομοί Καστοριάς, Φλώρινας, Κοζάνης και Γρεβενών ανήκαν στην Άνω Μακεδονία, σύμφωνα με το διαχωρισμό της Μακεδονίας από τους αρχαίους συγγραφείς σε ορεινή - Άνω- και πεδινή -Κάτω. 
Η Άνω Μακεδονία, λοιπόν, απαρτιζόταν από ιδιαίτερα βασίλεια που αποτελούσαν συγγενικές φυλετικές ομάδες - έθνη με κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, το οποίο βασιζόταν κατά τους πρώτους αιώνες της εμφάνισης τους στις αρχές του αγροτοποιμενικού βίου. Μέσα στα γεωγραφικά όρια των παραπάνω νομών κατοικούσαν οι Ορέστες, Λυγκηστές, Εορδοί, Τυμφαίοι, Ελιμιώτες, οι οποίοι μέχρι την ύστερη αρχαιότητα, παρόλη την ενοποίηση του μακεδόνικου βασιλείου, την ανάπτυξη των πόλεων ως διοικητικών κέντρων και τη ρωμαϊκή κατάκτηση, διατήρησαν τη φυλετική τους οργάνωση, όπως φαίνεται και από τις αναφορές του εθνικού της περιοχής στον αυτοπροσδιορισμό των κατοίκων τους π.χ. Μακεδών Ελιμιώτης, Εορδαίας κτλ. Η οριστική ενοποίηση επιτεύχθηκε χάρη στην πολιτική και στρατιωτική ιδιοφυία του Φιλίππου Β', ο οποίος με συνεχείς νίκες και άριστες διπλωματικές μεθόδους πέτυχε την ενσωμάτωση των εθνών της  Άνω Μακεδονίας, την κατάταξη των ευγενών στην τάξη των εταίρων, και συνεπώς την εξασθένηση και κατάργηση των ηγεμονικών οίκων. Η προσάρτηση της Ελίμειας, όπως και των άλλων «έπάνωθεν» περιοχών, πραγματοποιήθηκε μάλλον ειρηνικά και εδραιώθηκε μετά την επιτυχή απώθηση και συντριβή των Ιλλυριών τόσο από τον Φίλιππο (358 π.Χ.) όσο και τον στρατηγό του Παρμενίωνα (356 π.Χ.), ο οποίος, όπως και πολλοί άλλοι στρατηγοί, καταγόταν από την Άνω Μακεδονία και συγκεκριμένα από την Πελαγονία, βορείως του Εριγώνα, σημερινού Cerna.
Είναι βέβαιο ότι η συμβολή των "έπάνωθεν" στη νικηφόρα εκστρατεία ως τις Ινδίες, που έγινε με τη συμμετοχή όλων των Ελλήνων "πλήν Λακεδαιμονίων", υπήρξε καθοριστική. 
 
 
Κεφαλή της Αθηνάς από τις  ανασκαφές της  κ.  Καραμήτρου – Μεντεσίδη  στην  ΑΙΑΝΗ  ΚΟΖΑΝΗΣ
 
 
Από τις έξι ταξιαρχίες του Μ. Αλεξάνδρου στα 330 π.Χ. τρεις προέρχονταν από την Άνω Μακεδονία, δηλαδή την Ελίμεια, την Ορεστίδα μαζί με τη Λυγκηστίδα και την Τυμφαία (Διόδωρος 17. 57. 2). Επιπλέον διοικούνταν γιο πολλά χρόνια από ταξίαρχους (ο Κοίνος Πολεμοκράτους, Ελιμιώτης, ο Περδίκκας Ορόντου από την Ορεστίδα και ο Αμύντας Ανδρομένους και Πολυπέρχων Σιμμία αργότερα από την Τυμφαία), μέλη των βασιλικών οίκων της Άνω Μακεδονίας. Επιπλέον ταξίαρχοι, όπως ο Κρατερός και άλλοι, διοικούσαν ταξιαρχίες που προέρχονταν από άλλες περιοχές. 
 
Για τις τρεις μόνον από τις έξι ταξιαρχίες χρησιμοποιείται ο όρος ασθέταιροι.   
Το όνομα δόθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο και συνδεόταν με ένα είδος πολεμικών τιμών για εξαιρετικές υπηρεσίες και αφορούσε τους Μακεδόνες από την Άνω Μακεδονία, οι οποίοι ξεχώριζαν για τις ικανότητες τους σε σκληρές δοκιμασίες.  
 
Κατά το 2ο π.Χ. αι., και συγκεκριμένα μετά την ήττα του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ., σύμφωνα με το διακανονισμό του Αιμιλίου Παύλου στην Αμφίπολη η Άνω Μακεδονία αποτέλεσε, όπως ήδη αναφέραμε, την τέταρτη μερίδα. Το ίδιο καθεστώς διατηρήθηκε πιθανότατα και μετά την ήττα του σφετεριστή του μακεδόνικου θρόνου Ανδρίσκου στα 148 π.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, που είχε ως συνέπεια και τη μεταβολή της Μακεδονίας σε ρωμαϊκή επαρχία (provincia Macedonia), με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
 
 
ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...