ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

05 Ιουλίου 2022

ΚΡΙΣΗ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

 






                ΕΝΑΣ  ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΣ  ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ,  ΡΟΝΤΕΝ  1902



Η  ΚΡΙΣΗ  ΚΑΙ  Η  ΕΥΦΥΪΑ

«Η ευφυΐα ορίζεται από μια θεμελιακή ικανότητα. Όταν αυτή μεταβάλλεται ή όταν αυτή απουσιάζει, αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή. 
Η θεμελιακή αυτή ικανότητα είναι η κρίση, που σε άλλες συναρτήσεις λέγεται υγιής νους, πρακτικό πνεύμα, ικανότητα πρωτοβουλίας, προσαρμοστική ικανότητα ανάλογα με τις περιστάσεις. 
Οι ουσιώδεις εκδηλώσεις της ευφυΐας είναι η σωστή κρίση, η σωστή κατανόηση, ο σωστός συλλογισμός. 
Όλες οι άλλες διανοητικές ικανότητες παίζουν μικρότερο ρόλο, σε σύγκριση με την κριτική ικανότητα.» 

                                       
                         
ΑΠΟ  ΤΑ  ΛΕΞΙΚΑ

ΚΡΙΣΗ:  «ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή».

Α.  κρίση : 

α. η άποψη την οποία έχει διαμορφώσει κάποιος σχετικά με ένα θέμα, ως αποτέλεσμα μιας λογικής διεργασίας, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κρίνω: ~ ορθή / εσφαλμένη. Kατά την ~ μου, κατά τη γνώμη μου. 
β. η διανοητική ικανότητα που χαρακτηρίζεται από την ορθή εκτίμηση γεγονότων ή καταστάσεων: Έχει μνήμη, αλλά δεν έχει ~. Bασίζομαι / έχω εμπιστοσύνη στην ~ σου. Επαφίεμαι στην ~ σας. Ερωτήσεις κρίσεως, ερωτήσεις με τις οποίες ελέγχεται η κριτική ικανότητα κάποιου. || (γραμμ.) προτάσεις κρίσεως, στις οποίες διατυπώνεται μια άποψη, σε αντιδιαστολή προς τις προτάσεις επιθυμίας. 
γ. η ευνοϊκή ή όχι, τεκμηριωμένη άποψη που εκφέρει κάποιος επάνω σε κάποιο θέμα ή πρόσωπο· κριτική: Δημοσιεύτηκαν δυσμενείς κρίσεις για το βιβλίο του. (έκφρ.) κρίσεις κι επικρίσεις. 
δ. η δικαστική γνωμοδότηση και απόφαση: H ~ του δικαστηρίου με δικαίωσε. 
ε. Kρίση, η Δευτέρα Παρουσία: H ημέρα της Kρίσεως. H μέλλουσα Kρίση. H ώρα της Kρίσεως και ως έκφραση, η ώρα της δοκιμασίας, του ελέγχου. 

Διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής ή απόρριψης σε μια δημοσιοϋπαλληλική ή αντίστοιχη κλίμακα: H ετήσια ~ των αξιωματικών.

Β.  κρίση : 
α. ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μιας χρόνιας συνήθ. πάθησης, ή απλώς η απότομη και οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα έως τότε υγιές άτομο: ~ άσθματος / ρευματισμών. ~ σκωληκοειδίτιδας. 
β. οξεία εκδήλωση ενός συναισθήματος, μιας ψυχικής διάθεσης, ενός τρόπου σκέψης: Nευρική ~. ~ μελαγχολίας / θυμού / γέλιου. 
γ. κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση: Πολιτική / κυβερνητική ~. ~ θεσμών. Tο εμπόριο / η βιοτεχνία περνάει ~. Σοβεί ~ στην παιδεία. Οικονομική ~,επιβράδυνση των φυσιολογικών ρυθμών της οικονομικής δραστηριότητας, ανατροπή της ισορροπίας ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση. Πετρελαϊκή ~. Ενεργειακή* ~.  

 Yπάρχει ~ στέγης, έλλειψη. δ. (ψυχ.) ~συνειδήσεως, κλονισμός του συνόλου ή ενός μέρους από τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές κτλ. πεποιθήσεις ενός ανθρώπου, ο οποίος οδηγεί συνήθ. σε καθοριστικές επιλογές και αποφάσεις. || ~ ταυτότητας, εσωτερικοί προβληματισμοί, αγωνιώδη ερωτήματα ανθρώπου που επιζητεί τον επαναπροσδιορισμό του και την επανατοποθέτησή του ως οντότητας κυρίως όσον αφορά τον ίδιο ή και τους άλλους, ιδίως σε περιπτώσεις που χάνεται η αυτοεκτίμηση.




Στα ελληνικά η λέξη «κρίση» συμπυκνώνει τουλάχιστον δύο μεγάλες κατηγορίες νοημάτων. 

Αφενός, παραπέμπει στις έννοιες της απόφασης, της άποψης ή της γνώμης και, σε στενή συνάφεια με αυτές, στις έννοιες της κριτικής, της αξιολόγησης και της δίκης. Έτσι κάποιας/ου η ‘κρίση’ μπορεί, παραδείγματος χάρη, να επηρεαστεί από την υπερβολική χρήση αλκοόλ· οι δικαστικοί, οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά και τα επιστημονικά άρθρα περνάνε από ‘κρίση’. 
Αφετέρου, παραπέμπει στις καταστάσεις εκείνες, στις οποίες η αναπαραγωγή της προηγούμενης, της κανονικής ή ομαλής συνθήκης είναι δύσκολη ή αδύνατη. Έτσι, για παράδειγμα, κάνουμε λόγο για ‘‘κρίση’’ άσθματος όταν το αναπνευστικό σύστημα δεν λειτουργεί κανονικά ή για οικονομική ‘‘κρίση’’ όταν το οικονομικό σύστημα δεν αναπαράγει ομαλά τον εαυτό του.

Η πρώτη σημασία προκύπτει από το αρχαιοελληνικό ρήμα «κρίνω», το οποίο αρχικά σήμαινε «διαχωρίζω», αλλά αρκετά νωρίς (στα ομηρικά χρόνια), επίσης, «αποφασίζω».

Η δεύτερη σημασία, η οποία είναι και μεταφορική, προκύπτει – σύμφωνα με τους περισσότερους λεξικογράφους – ως μεταφραστικό δάνειο ή αντιδάνειο από τα λατινικά ή τις λατινογενείς γλώσσες. 
Η ‘κρίση’ έγινε crisis (λατ., αγγλ. & ισπ.), crise (γαλλ.) και crisi (ιταλ.) και κατόπιν ‘‘κρίση’’. Με αυτό τον τρόπο, ενώ τα λατινικά, οι λατινογενείς γλώσσες και τα αγγλικά έχουν δύο όρους για να αποτυπώνουν τις δύο διαφορετικές οικογένειες σημασιών (iudicium, judgement, jugement, juicio, giudizio για την ‘κρίση’ και crisis, crise, crisi για την ‘‘κρίση’’), τα ελληνικά περιορίζονται σε μία και μόνη λέξη, την κρίση.

Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της κρίσης ποικίλλει και διαφοροποιείται ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο εκδηλώνεται . Οι κρίσεις προσδιορίζουν διαφορετικά προβλήματα για διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικούς τομείς (Χατζηχρήστου, 2001).
Ο όρος κρίση ξεκίνησε ως ιατρικός όρος για να περιγράψει το έντονο και με οξεία επίδραση επεισόδιο στον οργανισμό, το οποίο χρήζει άμεσης επέμβασης (Ίκκου, 2016).
Σύμφωνα με το ερμηνευτικό λεξικό, ως κρίση ορίζεται η «περίοδος ανωμαλίας με δυσχέρειες και κινδύνους» (Τεγόπουλος-Φυτράκης, 1997).
Υπό το πρίσμα της ψυχολογίας, η κρίση αποτελεί για το άτομο μία κατάσταση αποδιοργάνωσης, στην οποία αντιμετωπίζει εξαιρετική δυσκολία ως προς την αντιμετώπιση της (Γιωτάκος, 2008). Εντούτοις, χρήζει διευκρίνισης ότι με τον όρο ‘‘αντιμετώπιση’’, ο Caplan περιγράφει την ομοιόσταση. «Η έννοια αυτή δηλώνει ότι οι άνθρωποι διαρκώς χρησιμοποιούν στρατηγικές  επίλυσης προβλημάτων, προκειμένου να διατηρήσουν μια κατάσταση συναισθηματικής ισορροπίας.[…] Ο Caplan θεωρεί την κρίση ως μια αναστάτωση, αλλά και μια αδυναμία διατήρησης μιας σταθερής συναισθηματικής κατάστασης» (Χατζηχρήστου Χρ., 2001).
Επιπρόσθετα, «Ο όρος «κρίση» σημαίνει το «σημείο καμπής» στην εξέλιξη κάποιου γεγονότος. Γενικότερα ο όρος χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε την έννοια της απώλειας των φυσιολογικών θεμελίων ή ορίων της καθημερινής ατομικής και κοινωνικής ζωής.[…] Μια κρίση μπορεί να εμφανιστεί ως ξαφνική επιδείνωση ή και βελτίωση ενός φαινομένου, π.χ. μιας ασθένειας, ενός συναισθήματος, μιας συμπεριφοράς ή μιας κατάστασης» (ανακτήθηκε από: www.oepek.gr/pdfs/meletes/oepek_meleth_13.doc).
Γνωρίσματα της κρίσης αποτελούν:
•          η έκπληξη για το γεγονός,
•          η διακοπή της ρουτίνας,
•          η κλιμάκωση των γεγονότων συνοδευόμενη με την αίσθηση της απώλειας του ελέγχου,
•          η αυξημένη ροπή  τους για έλεγχο της κατάστασης,
•          η αυξημένη ζήτηση για πληροφόρηση,
•          το μεγάλο πλήθος εικασιών για το γεγονός,
•          η θεώρησή του από τα Media ως κρίση και
•          η διάδοση της αρνητικής δημοσιότητας (Ίκκου, 2016).

Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, ήδη από τα αρχαία ελληνικά, μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες χρήσεις της λέξης, οι οποίες συμπυκνώνουν και τις δύο σημασίες. 
Έτσι, η «κρίσις» μπορεί να σημαίνει το κρίσιμο σημείο μιας αρρώστιας, το σημείο όπου “αποφασίζεται” η τύχη της ζωής του ασθενούς. Επίσης, κατά ενδιαφέροντα τρόπο, η φιλοσοφία, σε ανεξάρτητους μεταξύ τους κλάδους, έχει φέρει κοντά τις δύο σημασίες, οι οποίες συμπυκνώνονται στη μία και μοναδική ελληνική λέξη. Για παράδειγμα, στη φιλοσοφία και την ιστοριογραφία της επιστήμης η κρίση σηματοδοτεί μια κατάσταση, κατά την οποία το κυρίαρχο Παράδειγμα αδυνατεί να αναπαραγάγει ομαλά την κυριαρχία του εξαιτίας μιας πλειάδας εμπειρικών ανωμαλιών. Η κατάσταση αυτή, παράλληλα, ωθεί στην όξυνση της κριτικής και στην ανάληψη μιας σειράς αποφάσεων ή αξιολογήσεων, οι οποίες δεν ήταν διαθέσιμες στο παρελθόν. Αντίστοιχα, αλλά με αρκετές διαφορές, στον χώρο της πρακτικής φιλοσοφίας, η έννοια της κρίσης σηματοδοτεί την απουσία εγκαθιδρυμένων κριτηρίων για την ανάληψη και τη νοηματοδότηση μιας πράξης – κατάσταση η οποία αναγκαία ωθεί στην κριτική και την απόφαση.
Μία κρίση είναι ένα μεγάλο και απρόβλεπτο γεγονός που απειλεί να βλάψει έναν οργανισμό και τους εμπλεκόμενους φορείς (stakeholders). Κρίση είναι μία κατάσταση, η οποία προσεγγίζει μία επικίνδυνη φάση, για την οποία είναι απαραίτητο να γίνουν έκτακτες παρεμβατικές ενέργειες, ώστε να αποφευχθούν επιβλαβείς και ζημιογόνες συνέπειες για τον οργανισμό, με σκοπό να επανέλθει σε φυσιολογικές συνθήκες. Είναι μία αποφασιστική και κρίσιμη στιγμή για τον οργανισμό, όπου μια λανθασμένη απόφαση μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να κοστίσει ακόμη και τη βιωσιμότητα του οργανισμού.
Μια λανθασμένη απόφαση  μπορεί να είναι αιτία σοβαρού κινδύνου. Η κρίση μπορεί να διαφαίνεται στον ορίζοντα, σαν επακόλουθο της λανθασμένης απόφασης, ή μπορεί να εμφανιστεί χωρίς προειδοποίηση, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή.
Οι Rosenthal και Pijnenburg (1991) πιστεύουν ότι: «η κρίση σχετίζεται με τις καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από σοβαρή απειλή, αβεβαιότητα και την αίσθηση του επείγοντος».

ΚΡΙΤΙΚΗ  ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ  ΚΑΙ  ΚΡΙΤΙΚΗ  ΣΚΕΨΗ

Η κριτική ικανότητα είναι μία ικανότητα που βοηθάει τον  άνθρωπο να εμβαθύνει λογικά και να καταλήγει σε ορθά συμπεράσματα. 

Κριτική Σκέψη είναι η νοητική και συναισθηματική λειτουργία κατά την οποία το άτομο αξιολογεί την αξιοπιστία των πληροφοριών και αποφασίζει τι να σκεφτεί ή τι να κάνει μέσω συλλογισμών που γίνονται με βάση όλα τα δυνατά στοιχεία που μπορεί να έχει στη διάθεσή του. 
Ο  άνθρωπος μαθαίνει να στέκεται κριτικά όταν γνωρίζει τι να ρωτά, πώς και πότε και στη συνέχεια πώς να σκέφτεται λογικά, πότε και ποιες μεθόδους και στρατηγικές να χρησιμοποιεί για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση.
Η Ιστορία της Κριτικής Σκέψης μπορεί να πρωτανιχνευτεί στα χρόνια της Αρχαίας Ελλάδας. 
Στα  νεώτερα  χρόνια  ο John Dewey, ο φιλόσοφος που θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Κριτικής Σκέψης προσπάθησε να δώσει ένα ορισμό: "Ενεργητική, επίμονη και προσεκτική σκέψη πάνω σε κάθε πίστη ή υποτιθέμενη γνώση, υπό το φως των λόγων που το υποστηρίζουν και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει". [Active, persistent, and careful consideration of any belief or supposed form of knowledge in the light of the grounds that support it and the further conclusion to which it tends".  (Dewey, 1933)]  Ο Dewey θέτει αρκετή σημασία στην λογική και τις συνέπειες της σκέψης.
Ένας άλλος ορισμός από τον καθηγητή Ennis είναι "Κριτική σκέψη είναι η ορθολογιστική και στοχαστική σκέψη επικεντρωμένη στο να αποφασιστεί τι να πιστέψουμε ή να κάνουμε" "Critical thinking is reasonable and reflective thinking focused on deciding what to believe or do"   


Η κριτική σκέψη είναι μία λογική διαδικασία με την οποία αναλύονται, συνθέτονται και αξιολογούνται οι πληροφορίες που συλλέγονται ή παράγονται από την παρατήρηση, την εμπειρία, το συλλογισμό και την επικοινωνία, και χρησιμεύει ως οδηγός για πεποιθήσεις και δράσεις
 • Περιλαμβάνει την παράθεση πραγματικών αποδείξεων, την ικανότητα απομόνωσης του προβλήματος απο το πλαίσιό του, τις κατάλληλες μεθόδους για τη δημιουργία μίας κρίσης, και το θεωρητικό υπόβαθρο για την κατανόηση ενός προβλήματος
 • Είναι μία διαρκής προσπάθεια εξέτασης κάθε πεποίθησης ή υποτιθέμενης γνώσης υπό το φως των αποδείξεων που τις υποστηρίζουν ή τις αμφισβητούν, καθώς και των σχετικών συμπερασμάτων που ανακύπτουν Διαδικασία κριτικής σκέψης
• Αναγνώριση προβλημάτων • Κατανόηση προτεραιοτήτων • Συγκέντρωση σχετικών πληροφοριών • Εντοπισμός αστήριχτων υποθέσεων και αξιών • Ερμηνεία δεδομένων • Αναγνώριση λογικών σχέσεων μεταξύ διαφόρων προτάσεων • Εξαγωγή και δοκιμή συμπερασμάτων και γενικεύσεων • Ανακατασκευή πεποιθήσεων με βάση την ευρύτερη εμπειρία • Ακριβείς κρίσεις για συγκεκριμένες καταστάσεις της καθημερινότητας
Η κριτική σκέψη και η δημιουργικότητα είναι αλληλένδετες έννοιες • Ένα άτομο με κριτική σκέψη είναι απαλλαγμένο από κάθε μορφή προκατάληψης και λειτουργεί με γνώμονα τη λογική και την αναζήτηση της αλήθειας • Με την κριτική σκέψη είναι χρήσιμο να φτάνουμε σε αποτελέσματα και τεκμηριωμένα συμπεράσματα, αλλά δεν είναι και απαραίτητο: πολλές φορές δεν έχει σημασία να δίνουμε αβέβαιες απαντήσεις που μπορεί να είναι λανθασμένες – είναι σημαντικότερο να θέτουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις που είναι σίγουρα σωστές

Η κριτική σκέψη περιλαμβάνει ένα πολύπλοκο συνδυασμό δεξιοτήτων. Ανάμεσα στα κύρια χαρακτηριστικά είναι τα εξής:

Λογική: Η Λογική ασχολείται με τους κανόνες που χρησιμοποιούμε για να βγάζουμε σωστά συμπεράσματα, συνεπώς μας ενδιαφέρουν τα επιχειρήματα και οι συλλογισμοί. Σκεφτόμαστε κριτικά όταν:
    Βασιζόμαστε στη λογική και όχι στο συναίσθημα
    Απαιτούμε αποδεικτικά στοιχεία
    Βρίσκουμε τις καλύτερες δυνατές εξηγήσεις
Αυτογνωσία: Σταθμίζουμε τις επιδράσεις των κινήτρων και των προκαταλήψεων μας αναγνωρίζουμε τις δικές μας υποθέσεις ή προκαταλήψεις
Τιμιότητα: Αναγνωρίζουμε τις συναισθηματικές παρορμήσεις, εγωιστικά κίνητρα, ή άλλες πλάνες.
Ευρύτητα πνεύματος:
    Αξιολογούμε όλα τα εύλογα συμπεράσματα
    Μελετούμε την ποικιλία των πιθανών απόψεων ή οπτικών γωνιών
    Παραμένουμε ανοικτοί σε εναλλακτικές ερμηνείες
    Δεχόμαστε νέες εξηγήσεις και μοντέλα, διότι για παράδειγμα είναι καλύτερα τα στοιχεία, ή είναι πιο απλά, ή έχουν λιγότερες ασυνέπειες ή καλύπτουν περισσότερα δεδομένα
    Αποδεχόμαστε νέες προτεραιότητες, προχωρώντας σε επαναξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων ή επανεκτίμηση των πραγματικών συμφερόντων μας
Πειθαρχία:
    Είμαστε ακριβείς, λεπτομερείς, πλήρεις και εξαντλητικοί
    Αντιστεκόμαστε στην χειραγώγηση και σε παράλογες προσφυγές
    Αποφεύγουμε γρήγορες αποφάσεις
Αποφασιστικότητα:

    αναγνωρίζουμε τη σημασία και αξία των εναλλακτικών υποθέσεων και προοπτικών
    αναγνωρίζουμε την έκταση και το βάρος της απόδειξης
Εν ολίγοις, οι άνθρωποι που έχουν αναπτύξει την κριτική τους σκέψη, είναι από τη φύση τους σκεπτικιστές, είναι ενεργοί, όχι παθητικοί.


ΟΙ  ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ  ΠΟΥ  ΕΚΠΟΝΟΥΝ  ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ – ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ  ΕΡΓΑΣΙΑ

Συγγραφείς: Ευαγγελία (Γκέλη) Μανούσου και Μανούσου (Γκέλη) Ευαγγελία

Η έννοια της κριτικής σκέψη εννοιολογικά

Η κριτική σκέψη αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αντικείμενο, το οποίο αναπτύσσεται εδώ και 2.500 χρόνια, αν και ως όρος, η «κριτική σκέψη» άρχισε να αναφέρεται στον 20ο αιώνα (Scriven & Paul, 1996).
Η λέξη «κρίση» ως έννοια σημασιοδοτεί τόσο τη νοητική λειτουργία (διακρίνω, ξεχωρίζω κάτι από κάτι άλλο) όσο και το αποτέλεσμά της. Επιπλέον, στις περιπτώσεις μιας δίκης ή άλλης αξιολογικής διαδικασίας, υποδηλώνει τη σύνδεσή της με την αλήθεια, το αποτέλεσμα και την απόδοση δικαιοσύνης (Ράπτης,2002× Τουρκοχωρίτη, 2012).
Σε μια συνοπτική ιστορική προσέγγιση εντοπίζουμε ως πρώτη κομβική αναφορά τον Σωκράτη και τη μαιευτική μέθοδο, ενώ αντίστοιχα θέματα έχουν αρχίσει από τους προσωκρατικούς, όπου η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τη διατύπωση επιχειρημάτων για την ουσιαστική και σε βάθος μελέτη απόψεων, ιδεών και πληροφοριών, αποτελεί ζητούμενο. Συνεχίζοντας την ιστορική εξέλιξη της κριτικής σκέψης, περνάμε από διαδρομές με σταθμούς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Η μελέτη του έργου τους επηρέασε σημαντικά τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη στους αιώνες που ακολούθησαν, όπως θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε στον Erasmus, τον Francis Bacon, τον Descartes, τον Isaac Newton, τον Montesquieu, τον Voltaire, τον Didero, τον Sumner, τον Dewey, τον Piaget, τον Μezirow κτλ. (Κόκκος, 2010∙ Ματσαγγούρας, 2005, 2007∙Mezirow και συν., 2006∙ Paul, 1990∙ Paul, Elder, & Bartell, 1997∙ Russell, 1995:419-25∙ Τριλιανός, 1997∙) και πολλές σημαντικές προσωπικότητες που ξεχώρισαν με το έργο τους, καθώς εξέλιξαν σημαντικά το επιστημονικό τους αντικείμενο.
Αναζητώντας το νήμα που ενώνει διαχρονικά το έργο τους με την κριτική σκέψη, κοινό τους στοιχείο διαπιστώνεται πως είναι το ενδιαφέρον τους στην καλλιέργεια ενός διαφορετικού τρόπου σκέψης, η συστηματικότητα στην αναζήτηση επιχειρημάτων, η μελέτη και η ανάλυση των πληροφοριών, συνδυασμένα με τη διαρκή αμφισβήτηση, τον έλεγχο, την επανεξέταση (Κόκκος, 2010∙ Lipman, 2006:235-242∙ Ματσαγγούρας, 2007:77∙Mezirow και συν., 1990∙ Paul, 1990∙ Paul, Elder, & Bartell, 1997∙Russell, 1995:419-25∙ Scriven & Paul, 1996∙ Τριλιανός, 1997∙) και τελικά τη δημιουργία τεκμηριωμένων επιχειρημάτων.                

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πεδίο της κριτικής σκέψης παρουσιάζει η πολύ οργανωμένη και πολυδιάστατη εργασία που πραγματοποιεί η «Κοινότητα της Κριτικής Σκέψης» (The Critical Thinking Community) η οποία έχει διοργανώσει 36 συνέδρια και παρουσιάζει εξαιρετικά πλούσιο υλικό, το οποίο απευθύνεται σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, περιλαμβάνοντας ακόμη και το homeschooling.

Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον διαδικτυακό μοντέλο για τα βασικά στοιχεία της κριτικής σκέψης (Online Model for learning the Elements and Standards of Critical Thinking). Συγκεκριμένα, παρουσιάζουν 8 στοιχεία, τα οποία αναλύονται περαιτέρω σε συγκεκριμένες ερωτήσεις προκειμένου να γίνουν κατανοητά τόσο τα χαρακτηριστικά της κριτικής σκέψης αλλά κυρίως στο να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο για την ανάλυση, την κατανόηση και την κατάκτησή της (Foundation For Critical Thinking, 2007). 
Όπως μάλιστα αναφέρεται, για να αναλύσουμε τη σκέψη πρέπει να προσδιορίσουμε και να αναρωτηθούμε για τα δομικά της στοιχεία, τα οποία ενδεικτικά αφορούν:
·      Σαφήνεια: αφορά το πόσο κατανοητό είναι ένα μήνυμα. Μπορεί να δοθεί ένα παράδειγμα; Μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω; Μπορεί να εξηγηθεί; ·
Ακρίβεια: χωρίς λάθη και παρανοήσεις. Μπορεί κάποιος να ελέγξει ότι είναι έτσι; Υπάρχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και οι λεπτομέρειες; ·
Συνάφεια: Πώς σχετίζεται με το θέμα που μας ενδιαφέρει; Πώς μπορεί να μας βοηθήσει στο συγκεκριμένο θέμα;·      Βάθος: περιλαμβάνει την πολυπλοκότητα και τη διασύνδεση των σχέσεων. Ποιοι παράγοντες κάνουν δύσκολο το πρόβλημα; Ποιες δυσκολίες πρέπει να διαχειριστούμε;
Εύρος: περιλαμβάνει πολλαπλές οπτικές γωνίες. Μπορεί το θέμα να εξεταστεί από μια άλλη οπτική γωνία με άλλους τρόπους; Υπάρχουν άλλες απόψεις;
Λογική: υπάρχει νόημα, όταν γίνεται η σύνθεση όλων των στοιχείων και των δεδομένων;
Σημαντικότητα: επικέντρωση στα σημαντικά και όχι στα ασήμαντα. Ποιο είναι το σημαντικότερο θέμα και η κεντρική ιδέα, με τα οποία ασχολούμαστε; κ.ά. Κάθε στοιχείο του μοντέλου, αναλύεται στην ιστοσελίδα του οργανισμού διεξοδικά και σε βάθος και έχει πραγματικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διεξοδική του μελέτη.

Ο Paul, το 1995 (οπ. αναφ. στο Paul, Elder, & Bartell, 1997) προσδιόρισε την κριτική σκέψη για το National Council For Excellence in Critical Thinking, ως μια διανοητική ενεργητική διαδικασία-δεξιότητα που απαιτεί πειθαρχία και αφορά στη διαχείριση και επεξεργασία των πληροφοριών που συλλέγονται ή παράγονται από την παρατήρηση, την εμπειρία, τον προβληματισμό, τη λογική, την επικοινωνία με συστηματική ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση που πραγματοποιούνται με σαφήνεια, ακρίβεια, συνέπεια, ευρύτητα, βάθος και δικαιοσύνη, ώστε να συμβάλλουν στη διαμόρφωση πεποιθήσεων και δράσεων (σ.14). Καταρχήν, αντιλαμβανόμαστε ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στον ορισμό υπάρχουν και στα συστατικά της σκέψης στο σχ.9. Επιπλέον, τονίζεται τόσο στον συγκεκριμένο ορισμό όσο και σε άλλους (McPeck,1981∙ Brookfield, 1987 οπ. αναφ. στο Κόκκος. 2010ˑ Lipman,1988, 2006ˑ Ματσαγγούρας, 2007:77ˑ Paul, 1990ˑScriven & Paul, 1996ˑ Τριλιανός, 1997: 66) ότι πρόκειται για μια πολυσύνθετη και πολύπλοκη διαδικασία, η οποία απαιτεί και προϋποθέτει την καλλιέργεια πολλών σημαντικών δεξιοτήτων, όπως η παρατήρηση, η ανάλυση, η σύνθεση κ.ά., χωρίς βέβαια να περιορίζεται μόνο στην ύπαρξη αυτών των δεξιοτήτων, καθώς εκτός από τις δεξιότητες είναι απαραίτητη και η ουσιαστική δέσμευση και ενεργοποίηση του ατόμου στην αξιοποίηση αυτών των δεξιοτήτων, για να κατευθύνουν τη συμπεριφορά.                
Μάλιστα, η Φλογαϊτη (2006), αφού επισημαίνει ότι η κριτική σκέψη δεν είναι συνεχής αρνητισμός και αμφισβήτηση, ούτε επιφανειακές ερμηνείες, την προσδιορίζει ως διατύπωση θέσης-άποψης  που προκύπτει από την ανάλυση των δεδομένων χωρίς να επηρεάζεται από στερεότυπα, δογματισμούς και προκαταλήψεις. Οι Ράπτης και Ράπτη (2007) προσθέτουν δύο ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία για την κριτική σκέψη: τη «δικαιοσύνη», με την έννοια της αναγνώρισης της αλήθειας της διαφορετικής ή «αντίπαλης» άποψης και την «ωριμότητα», ώστε να γίνεται κατανοητό το πλαίσιο αναφοράς ακόμη και των αντιπάλων. Τέλος, η κριτική σκέψη αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη, την ενεργό συμμετοχή του στα κοινά στο πλαίσιο της αειφορίας (Φλογαϊτη, 2006).
Η κριτική σκέψη στα υψηλότερα επίπεδα γνωστικής και πολιτιστικής ανάπτυξης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αιτήματα των ανθρωποκεντρικών θεωριών μάθησης (Ματσαγγούρας, 2007∙ Παπάς 1988∙Τριλιανός, 1977). Η κριτική σκέψη συνδέεται με την ικανότητα για αξιοποίηση της προηγούμενης γνώσης σε νέες καταστάσεις, δεξιότητες για την επίλυση προβλημάτων και την παραγωγή νέας γνώσης (Ματσαγγούρας, 2007∙ Ράπτης, 2003).
Σε όλα τα παραπάνω οι Scriven & Paul (1996) αναφέρουν και τη σημασία που έχουν τα κίνητρα και η διάσταση της ηθικής που έχει κάθε υποκείμενο. Σε αρκετές περιπτώσεις τα εγωιστικά κίνητρα μπορούν να οδηγήσουν στον επιδέξιο χειρισμό των ιδεών και στην αποκλειστική εξυπηρέτηση των προσωπικών του συμφερόντων, ανεξάρτητα από το δίκαιο και το σωστό ως προς το κοινωνικό σύνολο. Για παράδειγμα, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Facione (1990 οπ. αναφ. Lai, 2011:12), ένας δικηγόρος υπεράσπισης χρησιμοποιεί τις δεξιότητές του στην κριτική σκέψη, για να απαλλάξει τον ένοχο. Η ύπαρξη κριτικής σκέψης χωρίς συνύπαρξη ηθικών αξιών είναι ανεπαρκής και ίσως επικίνδυνη σε κάποιες περιπτώσεις.
Η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και σημαντική παρατήρηση των Scriven & Paul (1996), η οποία εμφανίζεται επίσης στους Paul, Elder, & Bartell (1997) για το National Council For Excellence in Critical Thinking και Facione (1990 οπ. αναφ. Lai, 2011:12), με την οποία συμφωνούμε, είναι ότι η κριτική σκέψη δεν είναι μια καθολική κατάσταση ή διαδικασία, αλλά εξελίσσεται διαρκώς κι η ποιότητά της εξαρτάται από το βαθμό και το βάθος της εμπειρίας σε ένα δεδομένο τομέα της σκέψης ή σ’ ένα αντικείμενο ενώ η δράση, στην οποία οδηγεί, έχει ηθικές διαστάσεις. Με το θέμα αυτό μάλιστα ασχολήθηκε το 1990 το American Philosophical Association (APA), όταν διαμόρφωσε ένα ειδικό πάνελ ερευνητών με στόχο να υπάρχει μια συναίνεση στον ορισμό της κριτικής σκέψης που θα μπορούσε να υποστηρίξει τις μελλοντικές ερευνητικές προσπάθειες. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώθηκε ότι η κριτική σκέψη μπορεί να χαρακτηριστεί και ως «καλή σκέψη» με την έννοια της ποιότητας και ότι αποτελεί σε μεγάλο βαθμό επιλογή, καθώς κάποιος μπορεί να έχει την ικανότητα να σκεφτεί κριτικά, αλλά να επιλέγει να μην το κάνει (Facione, 1990 οπ. αναφ. Lai, 2011:12).
Επιπλέον, κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του «απόλυτου» κριτικού στοχαστή, καθώς πάντα υπάρχουν «τυφλά σημεία» ή στοιχεία που αγνοούνται, με αποτέλεσμα σχεδόν πάντα να υπάρχει ένας βαθμός αυταπάτης, ανάλογα πάντα με το βάθος της επεξεργασίας και των δεδομένων που διαθέτουμε. Για το λόγο αυτό, η ανάπτυξη των δεξιοτήτων κριτικής σκέψης πρέπει να θεωρείται ως μια δια βίου προσπάθεια και διαδικασία και σίγουρα αποτελεί προϋπόθεση και ταυτόχρονα αποτέλεσμα της υλοποίησης του «μαθαίνουμε πώς να μαθαίνουμε». Δηλαδή, μέσα στη διαδικασία καλλιέργειας της κριτικής σκέψης εμπεριέχεται και η ανάγκη για την ανάγνωση όσο το δυνατό περισσότερο δεδομένων ερμηνειών-παρατηρήσεων, αναλύσεων, συνθέσεων που συμβάλλουν στην τεκμηρίωση μιας άποψης, αλλά με την επίγνωση ότι υπάρχει ενδεχόμενο κάποιο στοιχείο να διαφεύγει και να δώσει νέα δεδομένα σε επόμενο στάδιο. 
Ο Mezirow για ίδιο ζήτημα προσθέτει μια ακόμη διάσταση, καθώς στη θεωρία της μετασχηματίζουσας μάθησης δίνει έμφαση στη σε βάθος οξυδερκή μελέτη των παραδοχών της κοσμοθεωρίας ενός ατόμου αλλά και στη διερεύνηση των γενεσιουργών πηγών τους, προσδιορίζοντας με αυτό τον τρόπο μια διαδικασία αμφισβήτησης και κατά συνέπεια επανεξέτασης των προϋπαρχουσών γνώσεων (Mezirow και συν., 2006) αλλά και στην καλλιέργεια μεταγνωστικών δεξιοτήτων, στις οποίες μπορούμε να συμπεριλάβουμε τον αναστοχασμό.
Εστιάζοντας περισσότερο στην εκπαιδευτική διαδικασία, διαπιστώνουμε ότι τους γενικούς σκοπούς όλων σχεδόν των µαθηµάτων στα ελληνικά αναλυτικά προγράμματα περιλαμβάνεται ως μόνιμη επωδός και η ανάπτυξη κριτικής (Θεριανός, 2014) και δημιουργικής σκέψης των μαθητών. 
Στο Ν.1566/85 γίνεται αναφορά στους σκοπούς της Α/θµιας και της ∆/θµιας εκπ/σης. Στο άρθρο 1 παράγ. γ αναφέρεται: «Να αναπτύσσουν (οι μαθητές) δημιουργική και κριτική σκέψη». Γενικότερα, τις τελευταίες 3 δεκαετίες παρατηρείται μια συζήτηση που εντείνεται σχετικά με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, τόσο στην καθημερινή πρακτική όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, στα Αναλυτικά Προγράμματα Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (ΑΠΣ, ΔΕΠΠΣ, 2003, Π.Σ., 2011) αλλά κυρίως σε επίπεδο εκπαιδευτικής πολιτικής διαφόρων χωρών και οργανισμών (OECD, 2005∙ Εuropean Commision, n.d., Lipman, 2006:235-242,).
Η παραπάνω τάση των αναλυτικών προγραμμάτων συνδέεται επίσης με την ανάπτυξη του κινήματος της κριτικής σκέψης (Lipman, 2006:235-242,), το οποίο είχε «προκύψει» από το κίνημα της Νέας Αγωγής με βασικό εκπρόσωπο τον παιδαγωγό, φιλόσοφο και ψυχολόγο J. Dewey. Στο πλαίσιο αυτό προτείνονται τρόποι οργάνωσης της διδασκαλίας που αποβλέπουν στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στους μαθητές όλων των βαθμίδων, με μεγάλες δυσκολίες στην πραγματοποίηση των σχετικών στόχων διεθνώς (Willingham, 2007).
Εξελίσσοντας τη σύνδεση της κριτικής σκέψης με την εκπαίδευση οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο μεγάλο κεφάλαιο της Κριτικής Παιδαγωγικής με σημαντικότατους εκπροσώπους τους, Freire, Kincheloe, Macedo, Wexler, Shor, McLaren, Giroux και πολλούς άλλους και της Κριτικής Θεωρίας (Carr & Kemmis, 1997) και θα πρέπει να διευκρινιστούν πολύ σημαντικά ζητήματα και όροι, όπως της Κριτικής Παιδαγωγικής, της Κριτικής Διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2007), (Θεριανός, 2014) κτλ., να αναπτυχθούν εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα πολιτικής διάστασης της Κριτικής Θεωρίας (Carr & Kemmis, 1997) και διδασκαλίας, ξεφεύγοντας όμως από το στόχο της παρούσας έρευνας που εστιάζει στις δεξιότητες που απαιτούνται και καλλιεργούνται κατά την εκπόνηση μιας μεταπτυχιακής εργασίας.


ΦΡΟΝΗΣΗ:  τρόπος σκέψης που χαρακτηρίζεται από λογική, σύνεση, ωριμότητα.

ενεργεί / συμπεριφέρεται  με φρόνηση

«ἡ μὲν φρόνησις αἰτία τοῦ πράττειν ὀρθῶς τὰ πράγματα· ἡ δὲ σωφροσύνη τοῦ κρατεν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὑπὸ μηδεμιᾶς ἡδονῆς δουλοῦσθαι͵ ἀλλὰ κοσμίως ζῆν.» 
Αριστοτέλης

Η Φρόνηση είναι ένα από τα τέσσερα προαπαιτούμενα κατά τον Αριστοτέλη που συνιστούν μαζί με τη σωφροσύνης τη δικαιοσύνη και τη ανδρεία την τέλεια αρετή.
Στον Πλάτωνα η λέξη φρόνησιςείναι ακριβώς ισοδύναμη με τη σοφία, ενώ ο Ξενοκράτης είχε ήδη διαπιστώσει μια διαφορά ανάμεσά τους.
Εδώ βλέπομε πως η φρόνηση, αν και θεωρούνταν τόσο θεωρητική όσο και πρακτική, γίνεται κάτι ιδιαίτερο ανθρώπινο. 
Κι ο Αριστοτέλης θεωρεί τη φρόνηση ανθρώπινη, την περιορίζει όμως στο πρακτικό μέρος.
«Tῆς τελείας ἀρετῆς εἴδη ἐστὶ τέτταρα· ἓν μὲν φρόνησις͵ ἓν δὲ δικαιοσύνη͵ ἄλλο δ΄ ἀνδρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη. τούτων ἡ μὲν φρόνησις αἰτία τοῦ πράττειν ὀρθῶς τὰ πράγματα· ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ ἐν ταῖς κοινωνίαις καὶ τοῖς συναλλάγμασι δικαιοπραγεῖν· ἡ δὲ ἀνδρεία τοῦ ἐν τοῖς κινδύνοις καὶ φοβεροῖς μὴ [ἐξίστασθαι] τρεῖν(δεν το βάζω στα πόδια)͵ ἀλλὰ μένειν· ἡ δὲ σωφροσύνη τοῦ κρατεῖν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὑπὸ μηδεμιᾶς ἡδονῆς δουλοῦσθαι͵ ἀλλὰ κοσμίως ζῆν. τῆς ἀρετῆς ἄρα τὸ μέν ἐστι φρόνησις͵ ἄλλο δικαιοσύνη͵ τρίτον ἀνδρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη.
Είναι δε η σύνεση (η δύναμη του να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί κανείς καλώς) και η ασυνεσία (η έλλειψη κατανοήσεως ή αντιλήψεως), από τις οποίες ονομάζουμε τους συνετούς και τους ασύνετους, ούτε εντελώς το ίδιο με την επιστημονική γνώση ή τη γνώμη (αφού όλοι θα ήταν συνετοί), ούτε κάποια από τις κατά μέρος επιστήμες, όπως η ιατρική σχετικά με τα υγιεινά ή η γεωμετρία σχετικά με τα μεγέθη· αφού η σύνεση δεν έχει να κάνει ούτε με τα αΐδια και αμετάβλητα ούτε με οτιδήποτε που γίνεται, αλλά με όσα θα προβληματιζόταν κανείς και θα συλλογιζόταν.
Γι’ αυτό και η σύνεση αναφέρεται στα ίδια με τη φρόνηση πράγματα, δεν είναι όμως το ίδιο με αυτήν. Γιατί η φρόνηση είναι επιτακτική· σκοπός της είναι τι πρέπει να πράξουμε και τι όχι, ενώ η σύνεση είναι μόνο κριτική, καθώς η σύνεση και η ευσυνεσία είναι έννοιες ταυτόσημες (διότι ο συνετός καλώς εννοεί), το ίδιο ο συνετός και ο ευσύνετος.
Αλλά ούτε η κατοχή της φρονήσεως ούτε η απόκτησή της ταυτίζεται με τη σύνεση, αλλά όπως η μάθηση λέγεται κατανόηση, όταν γίνεται χρήση της επιστημονικής γνώσεως, έτσι και με τη σύνεση, όταν γίνεται χρήση της γνώμης για να κρίνουμε εκείνα που κάποιος άλλος λέει και αφορά πράγματα με τα οποία σχετίζεται η φρόνηση, και να τα κρίνουμε καλώς, κατανοούμε. (Διότι το ευ και το καλώς είναι το ίδιο).
Και από εδώ έχει λάβει το όνομα η σύνεση, από την οποία ονομαζόμαστε ευσύνετοι, δηλαδή από την εμπλοκή του ονόματος στη μάθηση· αφού πολλές φορές λέμε το «μαθαίνω» «κατανοώ».

ΠΡΙΝ  ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΦΡΟΝΗΣΗ  ΥΠΑΡΧΕΙ  Η  ΚΡΙΣΗ.

Τα αντικείμενα στα οποία αποβλέπει η σύνεση είναι τα ίδια μ΄ εκείνα στα οποία αναφέρεται η φρόνηση, αλλά η σύνεση και η φρόνηση δεν είναι το ίδιο, γιατί η φρόνηση είναι επιτακτική, ο τελικός σκοπός της δηλαδή είναι το τι πρέπει να κάνουμε ή όχι, ενώ η σύνεση αναφέρεται μόνο στις κρίσεις. 


ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...